ἅμιλλα

ἅμιλλα
Grammatical information: f.
Meaning: `contest' (Pi).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Could be from *ἅμ-ιλ-ι̯α (cf. θύελλα, ἄμαλλα, Schwyzer 475, Chantr. Form. 99). Connection with ἅμα etc. is possible but uncertain. Wrong Adrados Emerita 17, 119ff. (ἅμα and ἴλη). For the form cf. ἀμίλλακαν οἶνον H. All words in -ιλλ(α) look non-IE; an IE suffix is very doubtful (cf. Benveniste Or. 41).
Page in Frisk: 1,93

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἁμίλλα — ἁμίλλᾱ , ἅμιλλα contest for superiority fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἅμιλλα — contest for superiority fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άμιλλα — η (Α ἅμιλλα) 1. αγώνας για την υπεροχή, προσπάθεια δύο ή περισσοτέρων για υπερτέρηση, συναγωνισμός, ανταγωνισμός 2. αμοιβαίος ζήλος, αγώνας, προσπάθεια αρχ. 1. (με επίθ.) «ἅμιλλα φιλόπλουτος, πολύτεκνος» αγώνας για πλούτη, για παιδιά 2. φρ.… …   Dictionary of Greek

  • άμιλλα — [амилла] ουσ. Θ. соревнование, состязание …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • άμιλλα — η συναγωνισμός, προσπάθεια: Στους αγώνες επικράτησε πνεύμα ευγενικής άμιλλας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἁμιλλᾷ — ἁμιλλάομαι compete pres subj mp 2nd sg ἁμιλλάομαι compete pres ind mp 2nd sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁμίλλας — ἁμίλλᾱς , ἅμιλλα contest for superiority fem acc pl ἁμίλλᾱς , ἅμιλλα contest for superiority fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἅμιλλ' — ἅμιλλα , ἅμιλλα contest for superiority fem nom/voc sg ἅμιλλαι , ἅμιλλα contest for superiority fem nom/voc pl ἅμιλλε , ἅμιλλος masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁμιλλᾶι — ἁμιλλᾷ , ἁμιλλάομαι compete pres subj mp 2nd sg ἁμιλλᾷ , ἁμιλλάομαι compete pres ind mp 2nd sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁμιλλάσθων — ἁμιλλά̱σθων , ἁμιλλάομαι compete pres imperat mp 3rd pl ἁμιλλά̱σθων , ἁμιλλάομαι compete pres imperat mp 3rd dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁμίλλαι — ἁμίλλᾱͅ , ἅμιλλα contest for superiority fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.